Η χελωνοφλόγα... (Chcome)

Από Κιθάρα wiki
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Ήταν ένα από εκείνα τα καλοκαιρινά απογεύματα που δεν κουνιέται φύλλο, από εκείνα τα απογεύματα που μια βαριά νωθρότητα πλανιέται στον αέρα και από εκεί τρυπώνει και στα κεφάλια των ανθρώπων κάνοντάς τους το ίδιο βαρείς και ράθυμους.

Οι περισσότεροι είχαν αράξει στα καφενεία του χωριού πίνοντας παγωμένες μπύρες ή κρασί που τραβιέται σε κάθε εποχή σε αυτά τα μέρη και ρουφιέται σα νερό.

Οι γυναίκες είχαν στήσει καρέκλες ή έξω από τα σπίτια ή μέσα στις αυλές και έκαναν πηγαδάκια κουτσομπολεύοντας και ξομπλιάζοντας κάθε τι που κινούνταν εντός του οπτικού τους πεδίου ή κάθε τι είχε διαδραματιστεί με διαφορετικό τρόπο από εκείνον που γνώριζαν οι ίδιες. Τα πολύ μικρά παιδιά έπαιζαν γύρω τους κυρίως ανακατεύοντας το χώμα και χώνοντας με περισσή ευχαρίστηση τα χεράκια τους σε ένα μίγμα σάλιου, ελαφριάς λάσπης και ψιλής πέτρας, το οποίο τους χρησίμευε ως παγίδα για τα μυρμήγκια και για τα σκαθάρια.

Εμείς τα μεγαλύτερα παιδιά οργανωμένα σε μεγάλες παρέες στην πλατεία του χωριού δεν ξέραμε πώς να σκοτώσουμε την ώρα μας. Το απόγευμα είχε περάσει με ανούσια και χαζά πειράγματα και έναν βαρετό αγώνα φτυσίματος, στον οποίο βγήκε νικητής όπως πάντα ο Χαραλάμπης του Μανούσου, ο οποίος είχε το φοβερό προνόμιο και τη μοναδική ικανότητα να θεωρείται ως ο καλύτερος φτύστης και ο καλύτερος κατουρητής ανάμεσα στα παιδιά του χωριού. Έφτυνε στην μεγαλύτερη απόσταση από όλους και κατουρούσε μακρύτερα, μόνο που τη δεύτερη ικανότητά του τη δοκίμαζε πάντα μόνο εν μέσω αγοριών.

Τα κορίτσια από τη φύση τους ήταν αποκλεισμένα από έναν τέτοιο αγώνα αλλά ελάμβαναν κανονικότατα μέρος στους αγώνες μακρύτερης φτυσιάς, αγώνες που καμιά φορά κατέληγαν και σε προσωπικά φτυσίματα του ενός προς του άλλου, σε ένα κλίμα γενικότερου καυγά, όπου κάποιος είχε ξεκινήσει μια ζαβολιά αλλά στην πορεία ξεχάστηκε ποιος ακριβώς ήταν αυτός, οπότε και όλοι αλληλοφτυνόμασταν έτσι για να έχει πιο γούστο.

Δυστυχώς εκείνο το απόγευμα είχε κυλήσει περισσότερο ομαλά από ότι επιθυμούσαμε. Δεν έπεσε ούτε μια φτυσιά σε πρόσωπο, ούτε ένα χαλίκι σε μούρη άλλου, ούτε ένα βρισίδι. Και έτσι είχαμε απομείνει βαριεστημένοι όλοι μας πάνω στις σκάλες της εκκλησίας, μισοξαπλωμένοι, μισοκοιμισμένοι να λέμε ιστορίες από το σχολείο ή ιστορίες που κάπου είχαμε ακούσει. Και ως συνήθως γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις γρήγορα άρχισαν να κυκλοφορούν μεταξύ μας και οι τρομαχτικές ιστορίες αυτές που κάνουν το δέρμα να ανατριχιάζει και το κεφάλι να τσιτώνεται από μια περίεργη φρίκη.

Γρήγορα οι σκόρπιες ομάδες των παιδιών συνενώθηκαν σε μία λες και όσο περισσότεροι ήμασταν τόσο πιο ασφάλεια νοιώθαμε ακούγοντας για στοιχειωμένα σπίτια και για γαιδαρομάτες γριές που περιμένουν στα σταυροδρόμια τα βράδια για να σου βάλουν κι εσένα γαιδουρίσια μάτια, αυτιά ή ουρά.

"Έλα ρε κόφτε τις μαλακίες" ακούστηκε ξαφνικά η φώνη του Πανούση. "Δεν υπάρχουν φαντάσματα νεράιδες και στοιχειωμένα σπίτια... τι μαλακίες καθόμαστε και λέμε, αυτά είναι για κορίτσια" και έδειξε με το χέρι του κάπως περιφρονητικά τη μεριά που καθόμαστε εμείς τα κορίτσια.

"Φοβάσαι ρε; " πετάχτηκε ο Σπύρος του Βλάμη που είχε πάντα τη συνήθεια να κολλάει στον Πανούση και να τον προκαλεί.

Ο Πανούσης τον κοίταξε για μια στιγμή σκεφτικός και ύστερα ξέσπασε στα γέλια.

"Ρε άντε τράβα από εδώ που θα μου πεις εμένα ότι φοβάμαι, χιέστη, ε, χιέστη που τα κάνεις επάνω σου μόνο και μόνο αν περάσεις έξω από νεκροταφείο"

"Στοίχημα, στοίχημα!! " ακούστηκε κάποιος από τη μεγάλη πια παρέα και όλοι έκαναν ησυχία για να ακούσουν.

Ο Λιόλης είχε σηκωθεί όρθιος και ξαναμμένος από το σχέδιο που του είχε σφηνωθεί στο μυαλό άρχισε
γρήγορα χειρονομώντας να εξηγεί τι είχε στο μυαλό του.

"Θα χωριστούμε σε δυο ομάδες και θα στείλουμε η κάθε ομάδα από δύο δικά της άτομα να πάνε στο νεκροταφείο. Και μόλις μπούνε ανάμεσα στους τάφους θα μας κάνουν σινιάλο με έναν φακό... Για να δούμε ποια ομάδα θα νικήσει και δε θα φοβηθεί να μπει στο νεκροταφείο"

Επικράτησε μία μικρή σιωπή κατά την οποία ο ένας κοιτάζαμε τον άλλον σα να θέλαμε από πριν να αναμετρηθούμε με τα βλέμματά μας. Ο Σπύρος του Βλάμη πετάχτηκε πρώτος.

"Εγώ θα είμαι σε αυτούς που θα πάνε μέσα. Έχω και φακό" και αμέσως κοίταξε τον Πανούση για να δει τι εντύπωση του έκαναν τα λόγια του.

"Ππφφ" έκανε αυτός με μια γκριμάτσα ειρωνικής αποδοκιμασίας... "Σπουδαία τα λάχανα"

"Έλα ρε, αφού το παίζεις μάγκας για να δούμε πόσο μάγκας είσαι" τον προκάλεσε πάλι ο Βλάμης.

"Βούλωσέ το ρε σκατό μη σε πνίξω εδώ που κάθεσαι"

Προς στιγμή υπήρξε μια γενική αναταραχή και απειλήθηκε πάλι καυγάς μεταξύ τους αλλά ήμασταν τόσοι τριγύρω που και ο καυγάς και το μπουνίδι που θα έπεφτε απεφεύχθη χάρη στους ψυχραιμότερους. Το πρόσωπο του Βλάμη είχε αναψοκοκκινίσει και αν τον αφήνανε ήταν έτοιμος να ρουφήξει το αίμα του Πανούση αλλά και ο Πανούσης δεν πήγαινε πίσω. Φερμάριζε τον Βλάμη με μισόκλειστα μάτια και σφιχτά χείλη σα να λογάριαζε με ποιόν τρόπο θα του φάει το καρύδι και σίγουρα αυτό λογάριαζε.

Ο Λιόλης σαν εμπνευστής της ιδέας, που σε όλους καλάρεσε, ανέλαβε αυτοβούλως το πρόσκαιρο αρχηγιλίκι, καλώντας μας όλους να καταστρώσουμε με ποιον ακριβώς τρόπο θα διεξάγετο η επιχείρηση "νυχτερινή βόλτα στο νεκροταφείο". Μέσα σε λίγη ώρα είχαν αποφασιστεί και προσχεδιαστεί τα πάντα.

Θα χωριζόμασταν σε δυο ομάδες, όπως είχαμε πει στην αρχή και η κάθε ομάδα θα έστελνε ένα άτομο κάθε φορά πάνω στο νεκροταφείο. Οι υπόλοιποι και από τις δύο ομάδες θα κάθονταν στο απέναντι λοφίσκο, από όπου υπήρχε πανοραμική θέα του νεκροταφείου, το οποίο ήταν και αυτό χτισμένο σε λόφο. Οι ομάδες λοιπόν θα περίμεναν σινιάλο με φακό από το άτομο που θα έμπαινε κάθε φορά μέσα στο νεκροταφείο.

Το σινιάλο έπρεπε οπωσδήποτε να γίνει από το βαθύτερο σημείο του νεκροταφείου, αυτό που πήγαινε μέχρι τον πίσω τοίχο του, πράγμα που σήμαινε ότι το άτομο που θα έμπαινε κάθε φορά μέσα, θα έπρεπε να διασχίσει όλο το χώρο και να περάσει μπροστά από όλους τους τάφους. Ο Λιόλιος θα αναλάμβανε το ρόλο του "διαιτητή" ανάμεσα στις δυο ομάδες κρατώντας με το καινούριο ρολόι του ακριβή χρόνο παραμονής του καθενός μέσα στον περίβολο.

Νικητής φυσικά εκείνος που θα κατάφερνε να μείνει πιο πολύ ανάμεσα στους τάφους.

Και για να γίνει πιο δύσκολο το όλο εγχείρημα κανονίστηκε η όλη επίσκεψη να γίνει κατά τις 12 τα μεσάνυχτα. Ήταν εύκολο εκείνο το βράδυ να ξενυχτήσουμε ελεύθερα από τους γονείς, λόγω της βαριάς ζέστης. Εκείνες οι βαριές αφόρητες ζέστες σήμαιναν την απόλυτη ελευθερία για εμάς τότε, το απόλυτο σεργιάνισμα, σχεδόν μέχρι τις 2 τα ξημερώματα. Ακόμη και για εμάς τα κορίτσια ήταν εύκολο με την απαραίτητη προϋπόθεση όμως να είμαστε μαζί με κάποιον μεγαλύτερο ξάδελφο που αναλάμβανε το ρόλο του προστάτη μας από τα υπόλοιπα αγόρια. Κανείς δεν τολμούσε να μιλήσει ή να κοιτάξει μυστήρια ή πονηρά ένα κορίτσι από τη στιγμή που θα υπήρχε ο συγγενής δίπλα, ακόμη και αν αυτός ο συγγενής ήταν δυο, τρία χρόνια μεγαλύτερος αλλά έτοιμος να δαρθεί μέχρι τελικής πτώσεως με όποιον τόλμαγε να λοξοκοιτάξει τις ξαδέλφες, ειδικά αν οι ξαδέλφες ήταν από την Αθήνα, όπως εμείς.

Κατά τις δώδεκα λοιπόν μαζευτήκαμε όλοι στον λόφο της Δρίζας απέναντι από τον λόφο του Αη Γιώργη που ήταν και το νεκροταφείο. Ήταν φυσικό να επιλεγούν ο Πανούσης κι ο Βλάμης ως τα πρώτα άτομα που θα πήγαιναν ο καθένας ξεχωριστά και μόνος του μέχρι τα βαθιά του νεκροταφείου. Χωριστήκαμε σε δυο ομάδες, από 7-8 άτομα περίπου η κάθε ομάδα και δώσαμε τα χέρια λες και είμασταν έτοιμοι να υπογράψουμε τη σπουδαιότερη συμφωνία του αιώνα.

Η μόνη παραχώρηση και διάκριση που αποφασίστηκε ήταν προς προστασία και συμφέρον των κοριτσιών που κρίθηκε καλό να μπούμε δυο, δυο μέσα ως πιο φοβιτσιάρικα εκ φύσεως πλάσματα. Ούτως ή αλλως η πορεία του καθενός ήταν εμφανέστατη από τον λόφο. Διακρίνοταν όλο το μήκος του μονοπατιού που ανέβαινε ως τον Αη Γιώργη και ένα άτομο που θα ανέβαινε αυτό το μονοπάτι με έναν φακό στο χέρι ήταν παραπάνω από ορατό από τους υπόλοιπους. Οι δυο λόφοι δεν απείχαν πολύ μεταξύ τους και η απόσταση αναμεσά τους ήταν κοντινή. Πέντε λεπτά τρεχάλα.

Η αλήθεια είναι πως όλοι μας είχαμε κιτρινίσει λίγο, αλλά ήταν το σκοτάδι που μας κάλυπτε καθώς και η ανάγκη να μην φανεί τίποτα στους διπλανούς μας. Ακόμη και αν κατουριόμασταν από το φόβο, έπρεπε να το παίξουμε άνετοι στους αντιπάλους, έτοιμοι να τους σκίσουμε και να απολαύσουμε την όπου να ’ναι νίκη μας απέναντι στις κότες. Βέβαια η κάθε ομάδα σκεφτόταν ακριβώς τα ίδια για την άλλη.

Ο Πανούσης ξεκίνησε πρώτος, αφού ο Λιόλης έστριψε ένα τάλιρο. Πριν ξεκινήσει, γύρισε κι έριξε μια περιφρονητική ματιά στον Βλάμη.

"Θα σε φάω ρε κουράδα" ψέλλισε ανάμεσα στα δόντια του

"Κοίτα ρε μη βγει κανάς βουρκόλακας και σε μαρκαλήσει... "

Φτύσανε και οι δυο σχεδόν ταυτόχρονα στο έδαφος, σημάδι πως έπρεπε ο αγώνας να ξεκινήσει.

Ο Πανούσης άναψε τον φακό του, που κρυφά είχε αρπάξει από τη θειά του, και κατέβηκε σιγά σιγά το λόφο για να πάει απέναντι. Σε λίγο το μόνο που βλέπαμε ήταν μια σκιά, μια μαύρη φιγούρα να ανεβαίνει το μονοπάτι του Αη Γιώργη και τον φακό του να φωτίζει το χώμα γύρω του και τις τραχιές πέτρες. Όταν ο φακός είχε πια φτάσει λίγο πριν το μέσο της διαδρομής μία παράξενη και σιγανή αναταραχή κυριάρχησε ανάμεσα σε κάποια από τα παιδιά. Αλλά ήταν τόσο σιγανή και τόσο κρυφή που κανείς δεν πήρε χαμπάρι.

Ξεκίνησα να κλαίω και να λέω πως φοβάμαι και πως θέλω να γυρίσω σπίτι μου και πως θα τα κάνω πάνω μου από τον τρόμο μου. Κλαίγοντας έριχνα πλάγιες ματιές για να δω πως εξελίσσονται τα πράγματα. Ο ξαδελφός μου ήρθε κοντά μου και προσπάθησε να με κάνει να ησυχάσω, μα όσο εκείνος προσπαθούσε, τόσο το κλάμα μου εμένα άρχισε να γίνεται τσιρίδα. Μία τσιρίδα που λόγω και της φύσης του αγώνα εκνεύρισε αμέσως τους πάντες που άρχισαν να μου λενε "βούλωσέ το" "σκάσε" και "άντε ρε μαλάκα πάρτην από εδώ γιατί θα μας πρήξει... πήγαινέ την τρεχάλα σπίτι και ξαναέλα"

"Δεν κατάλαβα" πετάχτηκε ένας από τους αντιπάλους, ο Κώτσης του Παντέλα.

Γύρισε θυμωμένος προς τη δικιά του ομάδα.

"Τόσο μαλάκες είστε ρε; Και αν αυτός γυρνώντας από το σπίτι του θειού του πάει στο νεκροταφείο και κάνουνε καμιά πουστιά με τον Πανούση; "

Τα λόγια του έπεσαν βαριά στα υπόλοιπα παιδιά. Ήταν αναπόφευκτο να συμφωνήσουν καθώς προείδαν τον κίνδυνο του να έχει στηθεί καμιά ύποπτη συνεργασία που θα επέτρεπε στον Πανούση να προχωρήσει με παρέα μέσα στο νεκροταφείο και να μη φοβηθεί. Με συνοπτικές διαδικασίες και αμέσως συμφωνήθηκε να με συνοδεύσει στο σπίτι μου, εκτός από τον ξάδελφό μου, και ο Κώτσης του Παντέλα, έτσι ώστε να προσέχει τον Τάση.

"Άντε κλαψιάρα, προχώρα" έκανε θυμωμένος ο Τάσης σπρωχνοντάς με από τον ώμο.

"Α, ρε τι μας κάνεις! " φώναξε τσαντισμένος δυνατά, απευθυνόμενος σε μένα ο Κώτσης.

Κατεβήκαμε το λόφο και οι τρεις μαζί. Φτάνοντας προς το τέλος του αντί να ακολουθήσουμε τον κανονικό δρόμο προς τα δεξιά που πήγαινε καρφί μέσα στο χωριό, στραφήκαμε προς τα αριστερά από υπήρχε ένα πολύ στενό μονοπάτι που δε φαίνοταν καλά καθώς ήταν μισοσκεπασμένο με πουρνάρια.
Αρχίσαμε και οι τρεις να τρέχουμε σα δαιμονισμένοι, σαν κάτι να μας είχε ξαφνιάσει και είχαμε λακίξει.

"Γρήγορα, γρήγορα" έλεγε ολοένα ο Κώτσης

Τρέχαμε υπερβολικά γρήγορα, ο ένας πίσω από τον άλλον, οι γλώσσες μας κόντευαν να κρεμαστούν έξω από το στόμα και η ανάσα μας ήταν έτοιμη να μας εγκαταλείψει.

"Γρήγορα, γρήγορα" συνέχιζε ο Κώτσης.

Μέσα σε λίγη ώρα βγήκαμε στο πίσω μέρος του νεκροταφείου. Ο αέρας είχε βγει σχεδόν όλος από τα πνευμόνια μας. Το προσωπό μας είχε γίνει κόκκινο σαν αίμα και οι σφυγμοί μας είχαν πιάσει τρελούς ρυθμούς. Με δυσκολία ανασαίναμε και με ακόμη πιο δυσκολία βγαίνανε τα λόγια από το στόμα μας.

"Το κουτί, το κουτί" μουρμούρισε ξέπνοος ο Τάσης και άρχισαν μαζί με τον Κώτση να ψάχνουν μέσα σε κάτι πουρνάρια.

"Που το έβαλες μωρή το κουτί; "

"Μωρή να πεις τη μούρη σου βλαμμένε... εκεί το έχω, βάλε λίγο το χέρι πιο βαθιά και θα το πιάσεις"

Ο Τάσης έχωσε το χέρι του πιο βαθιά μέσα στην γκοριτσά και κάτι έπιασε.

"Βρε ηλίθια πιο έξω να το έβαζες... το χέρι μου γαμότο μου" είπε καθώς η γκοριτσά του είχε γδάρει την παλάμη.

"Όχι ρε καλά έκανε και το έχωσε μέσα... εγώ είπα, για να μη φαίνεται εύκολα"

"Ποιος θα ερχόταν εδώ πίσω ρε; " έκανε νευριασμένα ο Τάσης καθώς τράβαγε αργά ένα καφέ ξύλινο κουτί σε μέγεθος μικρού χαρτοκιβώτιου.

Ανοίξανε μαζί το κουτί και έβγαλαν προσεκτικά, ό, τι είχαμε φυλάξει μέσα.

"Βιάσου ρε μαλάκα, βιάσου" έλεγε ο ένας στον άλλον.

Ο Κώτσης άνοιξε προσεκτικά το κουτί κι έβγαλε μία χελώνα, ένα χοντρούτσικο κερί και ένα σπιρτόκουτο.

Το κερί ήταν τρυπημένο αριστοτεχνικά από τη μία άκρη στην άλλη, στο κάτω μέρος του και είχε περασμένο ενδιάμεσα ένα σύρμα.

Ο Κώτσης μου έδωσε τη χελώνα κι εγώ τη γύρισα ανάποδα. Όσο μπορούσα πιο γρήγορα έδεσα το σύρμα γύρω από τη χελώνα με τέτοιον τρόπο ώστε το κερί να στέκεται όρθιο στην πλάτη της. Δεν ήταν και τόσο εύκολο αλλά η άξαψή μας εκείνη τη στιγμή έκανε τα δύσκολα εύκολα. Η χελώνα στα χέρια μου κουνούσε αργά τα πόδια της σα να κολυμπούσε στον αέρα. Την έδωσα στον Τάσση.

"Κράτα την εσύ... Φοβάμαι μη με κατουρήσει"

Ο Κώτσης σκαρφάλωσε πρώτος στον τοίχο που δεν ήταν και πολύ ψηλός. Ένας ένας πηδήξαμε μέσα στον περίβολο του νεκροταφείου. Προσγειωθήκαμε πίσω από την πρώτη σειρά των τάφων, δίπλα από το δρομίσκο που χώριζε στα δύο το νεκροταφείο.

Ο Πανούσης δεν είχε φτάσει ακόμη. Υπολογίζαμε πως όπου να είναι θα έμπαινε μέσα κι ήμασταν έτοιμοι να φέρουμε εις πέρα το σχέδιό μας.

"Πρέπει να κινηθούμε λίγο πιο πίσω... για ελάτε, στις πιο δίπλα σειρές"

Αργά, αργά και σκυφτοί μετακινηθήκαμε ακόμη πιο πέρα, όπου το σκοτάδι ήταν απόλυτο. Δεν έπρεπε να γίνουμε αντιληπτοί επουδενί. Που και που υπήρχαν κάποια καντηλάκια που το φως τους τρεμόφεγγε αλλά ήταν τόσο μικρά που δε μας ένοιαζε. Αυτό που μας ενδιέφερε ήταν να μη φωτίζεται απ’ έξω το εκκλησάκι για αυτό και μία ώρα πριν είχε ανέβει ο Κώτσης κι έσπασε τη λάμπα. Βαθιά νύχτα μόνο μας έλουζε. Δεν ακούγονταν τίποτα, παρά μόνο οι κοφτές ανάσες μας και το τσιτσίρισμα από το λαδάκι των καντηλιών. Ένοιωσα μια ανατριχίλα σε όλο μου το σώμα... Κάπου ανάμεσα ήταν και ο τάφος του παππού μου. Γύρισα το κεφάλι μου σα να μπορούσα να εντοπίσω τον τάφο του ανάμεσα σε όλους εκείνους τους τάφους. Λευκά μάρμαρα παντού με μεγάλους σταυρούς επάνω τους. Οι ολόασπρες ταφόπλακες φάνταζαν απόκοσμος μέσα στη νύχτα...

Δε μιλούσε κανείς μας. Και οι τρεις σκεφτόμασταν τι θα γίνονταν στην περίπτωση που οι ιστορίες για τον βουρκόλακα που τριγυρίζει το βράδυ γύρω από το νεκροταφείο ήταν αληθινές αλλά δε λέγαμε τίποτα ο ένας στον άλλον. Βουρκόλακας έλεγαν ότι είχε γίνει ένας ιδιότροπος γέρος που είχε τη συνήθεια να κυνηγάει τα παιδιά έξω από το σπίτι του. Ο Γιάννης του Λιάπη. Μονόχνωτος άνθρωπος, φόβιζε τους ανθρώπους ακόμα και στο θανατό του.

"Κάνει κρύο" παραπονέθηκα.

Ο Κώτσης γέλασε σιγά και είδα το άσπρο των δοντιών του σαν να ήταν ένα τρομακτικό πράγμα μέσα στη νύχτα.

"Φοβάσαι; " μου είπε...

"Εσύ όχι; " Κούνησε αρνητικά το κεφάλι του.

"Ψεύτη" του είπα

"Έχε χάρη που είσαι κορίτσι και ξαδέλφη του φίλου μου" μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του και πήρε απότομα τη χελώνα από τα χέρια του Τάση.

"Φέρτη εδώ ρε... όπου να ’ναι μπαίνει... που μας έφερες και κορίτσια εδώ"

Προσεκτικά την απίθωσε πάνω στο χώμα και έλεγξε αν το κερί ήταν καλά στερεωμένο.

Ένα σκυλί ακούστηκε να ουρλιάζει απ’ έξω. Προς στιγμή μας κόπηκε το αίμα και των τριών. Μαρμαρώσαμε σαν αγάλματα αλλά δεν κουνήσαμε ούτε βλέφαρο. Ήταν μεγάλη ντροπή, εκεί που ήμασταν να δείξουμε πως τρέμει το φυλλοκάρδι μας με ένα ουρλιαχτό. Θα ήμασταν έτοιμοι να σφυρίξουμε αδιάφορα αν δε μας σταμάταγε η σκέψη του Πανούση. Τι στο καλό; Τον περιμέναμε εκεί κρυμμένοι και θα προδιδόμασταν μόνοι μας επειδή δεν αντέχαμε το φόβο και έπρεπε να σφυρίξουμε; Όχι! Εκεί! Θα τον αντέχαμε...

Ευτυχώς η πόρτα του νεκροταφείου ακούστηκε να τρίζει καθώς άνοιγε. Λίγο ακόμη και θα άκουγα τα δόντια μου να κροταλίζουν. Φύσηξα με ανακούφιση.

Διακρίναμε από μακριά τον Πανούση να μπαίνει μέσα στο νεκροταφείο. Κρατούσε το φακό και προχωρούσε σταθερά... Το βήμα του επιβραδύνθηκε μόλις προχώρησε λίγο. Σαν κάτι να έψαχνε. Κοντοστάθηκε για λίγο κι έριξε το φακό δεξιά του... Ίσως κάτι να είχε ακούσει, μα δεν το έβαλε κάτω... Συνέχισε να προχωρά για το πιο βαθύ τμήμα του νεκροταφείου...

"Τώρα, τώρα, τώρα!! " ψιθύριζε σε έξαψη ο Τάσης. Με μανία προσπαθούσε να βρει το σπιρτόκουτο που είχε βάλει στην τσέπη του.

"Έλα ρε, βιάσου... μα τι μαλάκας είσαι... " ο Κώτσης ανυπόμονος κοίταζε με αγωνία τον Τάση που κατάφερε να βρει τα σπίρτα.

"Σκάστε, θα σας ακούσει" είπα και στους δύο

Κρατώντας ο ένας τη χελώνα κάτω και ανάβοντας ο άλλος τα σπίρτα φώτισαν το κερί με μια μεγάλη φλόγα που λόγω της άπνοιας που επικρατούσε, γινόταν ακόμη πιο φωτεινή, πιο στητή, πιο εξώκοσμη.

Αφήσαμε τη χελώνα από τα χέρια τους και κρυφτήκαμε ακόμη περισσότερο, πίσω από τους κορμούς μια συστάδας κυπαρισσιών.

Ο Πανούσης σα να είχε αρχίσει να γίνεται πιο διστακτικός στο περπάτημά του, όσο πιο μέσα προχωρούσε. Κρατούσε όμως το φακό σε σταθερό ύψος για να γίνεται αντιληπτός από τους απέναντι που ποιος ξέρει εκείνη την ώρα τι χάζι έκαναν, τι έλεγαν και τι σκέφτονταν αναλογιζόμενοι πως σε λίγο θα έρθει η σειρά τους.

Η χελώνα προχωρούσε αργά αργά μέσα στα στενά δρομάκια που υπήρχαν ανάμεσα στους τάφους. Προχωρούσε, προχωρούσε και το κερί έλαμπε πάνω στο καβούκι της κολλημένο...

Ένα κερί να προχωρά μόνο του μέσα στο σκοτάδι... Η χελώνα φυσικά δε φαίνονταν... Μόνο ένα κερί που περπάταγε. Το θέαμα ήταν φρικιαστικό μέσα σε εκείνο το χώρο... Μια φλόγα ανάμεσα στους νεκρούς, μία φλόγα που πάει να συναντήσει τον Πανούση που δεν είχε πάρει χαμπάρι ακόμη το κερί που περιφέρονταν αργά, κινούμενο προς το μέρος του...

Ξάφνου τον είδαμε να σταματάει... Ο φακός κλονίστηκε στο χέρι του... Φαίνονταν σα να πέτρωσε ξαφνικά... Δεν μπορούσαμε να δούμε από εκεί που ήμασταν τη σύσπαση φρίκης που είχε απλωθεί στα χαρακτηριστικά του προσώπου του αλλά μπορούσαμε να δούμε την ακινησία που είχε καταλάβει όλο του το σώμα.

Έμοιαζε από μακριά σαν να μαρμάρωσε, σα να μεταμορφώθηκε ξαφνικά σε ένα άγαλμα διακοσμητικό του νεκροταφείου... Το φως του φακού είχε γείρει πλέον πολύ χαμηλά... Δε σκέφτηκε ούτε καν να τον κουνήσει... Η ματιά του είχε κολλήσει στο φως της φλόγας που περπατούσε χαμηλά δίπλα από τους τάφους... Όλο τον πλησίαζε, όλο τον πλησίαζε... Και όσο τον πλησίαζε, τόσο πιο καλά μπορούσε να ακούσει το σούρσιμο που έκαναν τα πόδια της χελώνας καθώς σέρνονταν πάνω στα ξερά χαμηλά χορταράκια... Πρέπει να τον είχε λούσει κρύος ιδρώτας. Ο Κώτσης ήταν έτοιμος να ξεσπάσει σε γέλια. Κρατιόταν μετά βίας. Εγώ τον λυπήθηκα έτσι όπως τον είδα αλλά όχι τόσο ώστε να σηκωθώ και να του φωνάξω "πλάκα, πλάκα!! "Επικράτησε μέσα μου εκείνο το κρυφό σαδιστικό συναίσθημα που ευχαριστιέται με τον τρόμο των άλλων, ειδικά επειδή τον είχαμε προκαλέσει εμείς.

Ήταν τόσο τρομοκρατημένος από εκείνο το απόκοσμο θέαμα του κεριού που περπάταγε ανάμεσα στους πεθαμένους που δεν του έκοψε η γκλάβα του να προχωρήσει λίγο και να φωτίσει με το φακό του...
Αλλά ποιος θα το έκανε; Ποιος θα πήγαινε πιο κοντά;

Τα παιδιά από τον απέναντι λόφο άκουσαν ξαφνικά τις κραυγές του Πανούση που αλλόφρονας έβγαινε μέσα από το νεκροταφείο, πετώντας στον αέρα το φακό. Με δυο τρεις δρασκελιές είχε φτάσει την πόρτα απ’ όπου λάκισε σα να τον κυνηγούσε το χειρότερο στοιχειό, το πιο εξωπραγματικό τέρας.

Κουτρουβαλώντας το κατηφορικό στο γυρισμό μονοπάτι, πέφτοντας μια φορά και γδέρνοντας τον αγκώνα του, έφτασε χωρίς ανάσα στον απέναντι λόφο όπου ήταν μαζεμένα τα παιδιά...
Το πρόσωπό του είχε πανιάσει και η έκφραση των ματιών του είχε αλλοιωθεί...

"Ο Βουρκόλακας, ο Βουρκόλακας" έλεγε και ξανάλεγε, κάνοντας απανωτές χειρονομίες σα να πάλευε με τον αέρα, σα να προσπαθούσε να τους δείξει ένα φανταστικό πλάσμα...

"Τι λε ρε, τι λε ρε; " του έκανε ο Μπίλμπας ταρακουνώντας τον από τους ώμους...

"Ναι, σας λέω... ένα φως... τα χόρτα έκαναν σσσσς... και η φλόγα περπατούσε με πόδια σας λέω... ". Τα έλεγε γρήγορα, μασώντας τις λέξεις, καταπίνοντας τις ανάσες του πριν τις βγάλει προς τα έξω...

Γρήγορα όλοι κατευθύνθηκαν προς το νεκροταφείο οι μισοί τρέχοντας, οι μισοί με σάλτα. Σε λίγη ώρα βέβαια και με τόσο κόσμο μέσα στο νεκροταφείο είχε ανακαλυφθεί ο ένοχος... Ο Χαραλάμπης βρήκε τη χελώνα και μόλις τη σήκωσε ψηλά στον αέρα, έσκασαν ολοι στα γέλια... Γέλια τρανταχτά μέσα στη νύχτα, ανάμεσα στις ταφόπλακες οπου είχαν διασκορπιστεί όλοι... Αυτό και αν ήταν θέαμα...

Ο Πανούσης έκανε να μας μιλήσει κανά χρόνο... Και περισσότερο δε μιλούσε του Βλάμη που είχε τολμήσει να γελάσει κι εκείνος...


Chcome (toavgo@in.gr)
(Από τα καλοκαίρια στο χωριό)

Προσωπικά εργαλεία
Χώροι ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
Πλοήγηση
Εργαλειοθήκη