Ο βράχος του Λιμνιάτη** (Chcome)

Από Κιθάρα wiki
Έκδοση στις 08:00, 10 Αυγούστου 2006 υπό τον/την (Συζήτηση)

('διαφορά') ←Παλιότερη αναθεώρηση | εμφάνιση της τρέχουσας αναθεώρησης ('διαφορά') | Νεώτερη αναθεώρηση→ ('διαφορά')
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


www.reginarosasamat.blogspot.com

Η παρακάτω ιστορία είναι αληθινή:


- Θέλω να μου πεις όλη την ιστορία, να την ακούσω από σένα τον ίδιο.

- Ναι, θα στην πω όλη, αν και μέσες άκρες τα ξέρεις, τα έχεις ξανακούσει. Δεν θυμάμαι τι ειχε κάνει η νύφη της γιαγιάς μου. Δεν θυμάμαι καθόλου. Κάτι ασήμαντο ήταν, μια ζημιά από αυτές που γίνονται κάθε μέρα σε όλα τα σπίτια. Η γιαγιά είχε νεύρα εκείνη τη μέρα και τα ξέσπασε στην Ερατώ που τόλμησε να της αντιμιλήσει. Την έπιασε από το λαιμό και την κόλλησε στον τοίχο. Αστραπές πετούσαν τα μάτια της καθώς την έσφιγγε και την έβριζε στα αρβανίτικα. Η Ερατώ κόντευε να μπλαβιάσει. «Άσε με» φώναζε μόνο μην τολμώντας να ανταποδώσει τα ίσα στην πεθερά της. Ο θείος μου, πιτσιρικάς τότε γύρω στα 17 του, άκουσε τον καυγά και έτρεξε. Είδε τη μάνα του να έχει πιάσει από το λαρύγγι τη γυναίκα του αδελφού του, είδε και την άμοιρη κοπέλα που δεν τολμούσε καν να κουνηθεί για να μη φάει περισσότερες και χίμηξε στη μάνα του. Με το ζόρι της ξεκόλλησε το χέρι από το λαιμό.

«Λε μώη μάμα, λε μώη μάμα” * φώναξε με όλη του τη δύναμη «θα την πνίξεις! Λε σου είπα!”.

Και βάζοντας όλη του τη δύναμη τράβηξε τη μάνα του μακριά από την κοπέλα που άρχισε να βήχει σαν τρελή από τον παρολίγο πνιγμό. Μα η μάνα είχε κορώσει και ανάψει από το θυμό. Δεν κρατιόταν πουθενά. Έπρεπε να ξεσπάσει κάπου. Γυρίζει και ρίχνει ένα φάσκελο στον γιο της που προσπαθούσε να ηρεμήσει τη νύφη του.

«Να, βρε αναθεματισμένε, να βρε κακοχτικιασμένε! Του Αη Δημήτρη να μη σώσεις να σε βρει! ”.

Οι αρβανίτισσες το έχουν αυτό το συνήθειο στο χωριό μας μέχρι και σήμερα. Ο θυμός τους είναι πάντα γρήγορος, ανάβει αμέσως, και πολύ μεγάλος, μα περνάει το ίδιο γρήγορα όσο ξεκίνησε. Όσο κρατάει όμως μπορεί να κάνουν και να πουν τα χειρότερα πράγματα. Από γυναίκες μεταμορφώνονται σε μαινάδες χειρότερες και από τον πιο αγριο άντρα. Καλύτερα να μη βρεθείς μπροστά τους την ώρα εκείνη του θυμού. Μη με ρωτάς τι είδους θυμός είναι αυτός. Και εσύ θα τον έχεις νοιώσει. Το αίμα σου κυλάει από εδώ. Και έριξε η μάνα την κατάρα, την έριξε και δάγκωσε τη γλώσσα της την άλλη στιγμή αλλά ήταν αργά. Δεν υπάρχει πιο δυνατό πράγμα ρε Χρύσω από την κατάρα της μάνας. Φτερά έβγαλε η κατάρα και γραπωθηκε από τις πλάτες του Δημητράκη. Όχι, η γιορτή του Αη Δημήτρη δεν τον βρήκε. Ξέρεις πότε είναι η γιορτή του Αη Δημήτρη έτσι; Στις 26 Οκτώβρη που αρχίζουν τα κρύα. Ήταν παραμονή της γιορτής του Αη Δημήτρη, στις 25 του Οκτώβρη που λαβώθηκε από σφαίρα. Ο θείος ο Δημητράκης ήταν αντάρτης τότε. Πολλοί στην ηλικία του τότε, ακόμη και μικρότεροι, ήταν αντάρτες στην οροσειρά του Χελμού. Ανήκε στους επίλεκτους κιόλας, στην ομάδα του ξακουστού Περδίκη. Τον έχεις ακούσει τον Περδίκη; Θα σου πω άλλη φορά για αυτόν. Ορεινή Κορινθία, κάτι βουνά, πω πω παναγία μου. Δύσβατα και ανάποδα. Φίλια πυρά. Οι δικοί του τον γάζωσαν με επαναλαμβανόμενες ριπές. Από λάθος. Εύκολα γίνονταν τέτοια λάθη τότε μέσα στα βουνά. Ο Δημητράκης ήταν μαζί με τον μπάρμπα Αντρίκο, τον αδελφό του πεθερού σου λέω. Ίδια ηλικία είχαν. Δίπλα δίπλα περπατούσαν. Πλάτη με πλάτη. Θες από σύμπτωση, θες από την κακιά στιγμή, θες από την κατάρα της μάνας, τη σφαίρα δεν την έφαγε ο Αντρίκος, την έφαγε ο Δημητράκης. Χτυπήθηκε στο δεξί μέρος της κοιλιάς. Όχι, δεν ξεψύχησε αμέσως. Ο Αντρίκος τον έκρυψε κάπου και έτρεξε να φέρει βοήθεια. Μα ο Δημητράκης δεν καθισε εκεί. Συρτά συρτά ξεκίνησε να προχωρήσει και αυτός. Ποιος ξέρει πως του ήρθε έτσι, να μη μείνει στη θέση του. Δεν ξέρω μη με ρωτάς. Μπορεί να ήταν ο πόνος που ένοιωθε, μπορεί να ήταν η κατάρα της μάνας. Αντί να κάτσει εκεί να περιμένει με το πρόχειρο μαντήλι που του έβαλε ο Αντρίκος πάνω στην πληγή, αυτός χάθηκε. Τον ψάχνανε δυο μέρες. Που να βρεθεί εκεί πάνω; Έχεις ιδέα τι χιόνι ρίχνει, κάτι τουλπάνες σαν πενηντάρια. Τα θυμάσαι τα παλιά τα πενηντάρια; Ε, ένα τέτοιο πράγμα σου λέω. Τέλος πάντων, να μην στα πολυλογώ. Τον βρήκανε μετά από δυο μέρες πεθαμένο τον θείο Δημητράκη. Τον θάψανε εκεί, δεν υπήρχε η δυνατότητα για κάτι άλλο. Και πάλι καλά να λες που τον βρήκανε με τέτοιο χιόνι. Τον θάψανε τέλος πάντων εκεί και πήγανε τα μαντάτα στην μάνα του. Η μάνα του πέθανε με αυτόν τον καημό, την στοίχειωνε η κατάρα που είχε ρίξει στο ίδιο της το παιδί. Και δεν άντεχε που δεν είχε τα κόκκαλά του να τα κλάψει και να τα θάψει η ίδια. Ίδια με τρελή σου λεω έγινε. Η καημένη και αυτή... Μοιρολογούσε κάθε μέρα, έκλαιγε ασταμάτητα πάνω από τη φωτογραφία του γιου της. Αν και ήμουν μικρούλης τη θυμάμαι που έμπηγε τα νύχια της στα μαγουλά της και τα κατέβαζε κάτω κλαίγοντας:

«Αι... αι... αι Δημητράκη μου... καμάρι μου... ντιάλη* μου... λεβέντη μου... που είσαι Δημητράκη μου; Τι ήθελα η τρελή και ξεστόμισα που να μη σώσω; ”

Και δώστου κλάμα, σπάραζε η καρδιά όλων να την ακούν. Κάθε μέρα αυτό το πράγμα. Η χειρότερη τιμωρία για την κατάρα που είχε πετάξει ήταν που δεν θάφτηκε μαζί με το παιδί της. Είσαι μάνα και καταλαβαίνεις. Τις τελευταίες ώρες της, είχε αρπάξει τον άλλο της γιο από το μπράτσο, ναι τον πατέρα μου, και έριξε την τελευταία της κατάρα «Να μη λιώσουνε τα κόκκαλά μου άμα δεν βρείτε να μου φέρετε το παλικάρι μου να το θάψετε μαζί μου”.

Όταν μετά από είκοσι χρόνια πέθανε ο παππούς και ανοίξαμε τον τάφο για να τον θάψουμε, όλο το χωριό αντίκρυσε το σώμα της άλιωτο. Ναι, μην με κοιτάς περίεργα. Η σάρκα της ήταν ολοζώντανη κολλημένη πάνω στα κόκκαλα. Και σου λέω για είκοσι χρόνια έτσι; Το ξύλο του φέρετρου δεν υπήρχε, είχε λιώσει. Το σάβανο δεν υπήρχε. Όλα είχαν λιώσει. Όλα, εκτός από τις σάρκες της γιαγιάς. Βασανιζότανε και μέσα στον τάφο της για το παιδί της. Μεγάλο πράγμα ρε Χρύσω ο καημός της μάνας. Άσε και δεν μπορώ, με πιάνουν τα δάκρυα. Μετά από λίγο καιρό και ένω είχαμε θάψει και τον παππού και είχαμε ξανακάνει και τρισάγιο στη γιαγιά, άρχισαν τα ονειρά μου. Ξέρεις ότι εγώ κοιμάμαι μόνος μου στο βουνό παρέα με τα πρόβατα και τα σκυλιά. Έχω μια λόξα ρε παιδί μου με το βουνό. Μ’αρέσει. Και δεν αγριεύομαι. Όχι καθόλου. Στις ειδικές δυνάμεις στο στρατό έχω κάνει. Έχω περάσει καταστάσεις που θα αγριεύανε πολλούς άλλους. Τι να φοβηθώ; Εγώ σε όνειρα και τέτοια πράγματα δεν πίστευα. Μα κοίτα πως έρχονται τα πράγματα και στα γυρίζουν όλα ανάποδα. Κάθε βράδυ που λες, ερχόταν η γιαγιά στον υπνο «Σήκω, σήκω σου λεω να πας να μου βρεις τα κόκκαλα του παιδιού μου». Εξι βράδια η ίδια ιστορία. Και μου τα έλεγε στα αρβανίτικα. Ναι, γκρου, γκρου. Mέχρι που το τελευταίο βράδυ την είδα ολοζώντανη μπροστά μου, μαυροντυμένη, να μου πιάνει σφιχτά την γάμπα και να με κοιτά αγριεμένη:

"Ακούς τι σου λέω; Βρες το παιδί μου! ”

Κάτι ανάμεσα σε όνειρο και αλήθεια ήταν...

Δεν μπορούσα. Βασανιζόμουν πια. Το να βρω τα κόκκαλα του θείου Δημητράκη είχε γίνει πλέον ανάγκη και για μένα. Να ευχαριστήσω τη γιαγιά. Να λιώσουν τα δικά της κόκκαλα. Να θαφτεί και ο Δημητράκης όπως του έπρεπε, στο χωριό του και όχι πρόχειρα μέσα στα σπλάχνα ενός βουνού. Α, ρε Χρύσω δεν μπορείς να φανταστείς τι πέρασα εκείνες τις νύχτες. Το άλλο πρωί απ’ ‘όταν την είδα να μου τραβά το πόδι, λεω δεν πάει άλλο. Πήρα τον Τάσση, που το λέει η καρδούλα του για κάτι τέτοια και ξεκινήσαμε μαζί για το Χελμό. Καλοκαίρι ήταν, τα χιόνια είχαν λιώσει μόνο στα πολύ ψηλά κράταγε ακόμη. Στον ύπνο μου έβλεπα συνεχώς έναν βράχο. Η γιαγιά καθόταν δίπλα από αυτόν τον βράχο και μου έδειχνε σκοτεινιασμένη το σημείο. Αντάρα σου λέω το πρόσωπο της. Και άντε τώρα να βρεις έναν βράχο μέσα σε αυτό το βουνό! Καταλαβαίνεις για τι πράγμα μιλάμε; Να κοιτάς ολόγυρα και να τρελαίνεσαι. Να μην ξέρεις που βρίσκεσαι. Όλο έλατα και μπερδεμένα μονοπάτια. Πήγαμε με το αγροτικό και βρήκαμε όλους τους τσοπάνηδες της περιοχής. Τους πιάσαμε και τους είπαμε το και το. Έχετε ακούσει για τους Λιμνιάτες, τους αντάρτες του Περδίκη; Μήπως ξέρετε που έχουν θάψει έναν από αυτούς που σκοτώθηκε από μεταξύ τους λάθος; Θα την ξέρετε την ιστορία, δεν μπορεί, τόσα χρόνια εδώ κάτι θα έχετε ακούσει. Και πράγματι Χρύσω ξέρανε. Όλοι ήξεραν την ιστορία του μικρού που θάφτηκε στο βουνό από τους αντάρτες. Μα όχι λεπτομέρειες. Έτσι γενικά. Αντε να βρεις με το γενικά. Το βουνό είναι τεράστιο. Μιλάμε για έκταση απέραντη. Να σου χάνεται το μάτι. Μα δεν ήθελα να το βάλω κάτω. Δεν μου κανε καρδιά ούτε εμένα ούτε του Τάσση. Πήγαμε και ξαναπήγαμε. Είχαμε φτάσει στα σύνορα με το νομό Αχαΐας. Και βρήκαμε κείνον τον τσοπάνο που γνώριζε τη θέση.

«Για τον βράχο του Λιμνιάτη» λέτε μας είπε η γριά του.

Στο λεω ρε Χρύσω και μα το Θεό ανατριχιάζω. Μου ’ρθε να βάλω τα κλάματα όταν άκουσα τη γριά. Μου ‘ρθε στο μυαλό ο βράχος όπως τον έβλεπα στον ύπνο και μου τον έδειχνε η γιαγιά.

«Ναι θειά για τον βράχο του Λιμνιάτη λέμε. Ξέρεις που είναι; Να μας δείξεις;”

Η γριά μαζεύτηκε. Δαγκώθηκε. Την είδα που κόμπιαζε. Φοβισμένη μας κοιτούσε, μια εμάς μια τον γέρο της. Σε βλέπω που απορείς. Ξέρεις γιατί φοβότανε; Ήξερε λέει κατά που έπεφτε ο βράχος του Λιμνιάτη. Ήταν μακριά από το μαντρί τους, αλλά όχι αυτή δεν υπήρχε περίπτωση να μας οδηγούσε εκεί. Δεν τολμούσε να πάει από εκεί, να περάσει από το μονοπάτι που οδηγούσε προς τον βράχο του Λιμνιάτη. Κάθε βράδυ λέει άκουγε μια γυναίκα να κλαίει εκεί κοντά και να μοιρολογεί.

«Και μιλάει και τα βαριά τα αρβανίτικα γιε μου, δεν μιλάει καθόλου ελληνικά, δεν μπορώ καθόλου να καταλάβω τι λένε τα μοιρολόγια της”...

Να πάρω μια ανάσα γιατί συγκινήθηκα τώρα... Η γριά μου μιλούσε και έτρεμε από το φόβο. “Τα βαριά τα αρβανίτικα”... Καταλαβαίνεις; Όπως τα μιλάνε στο χωριό μας... Τρελάθηκα εκείνη τη στιγμή. Και εγώ και ο Τάσσης. Μας σηκώθηκε η τρίχα. Συγκινείσαι εσύ τώρα που το ακούς... Για φαντάσου εμάς... Φαντάσου... Μας έπιασε βιάση, τρέλα... θέλαμε να βρούμε όσο πιο γρήγορα γινόταν τον βράχο. Μα η γριά δεν μας πήγαινε με τίποτα. Και να μας δώσει οδηγίες δεν ήξερε. Πολύ μπέρδεμα το δάσος εκεί μέσα. Το άλλο πρωί χωριστήκαμε με τον Τάσση. Ανάποδες κατευθύνσεις να ψάξουμε. Ο, τι είχε αρχίσει να ξημερώνει την ώρα που ξεκινήσαμε από το μαντρί. Σκοτάδι ακόμη. Σε κάνα τέταρτο με παίρνει στο κινητό ο Τάσσης:

“Έλα ρε, έλα από εδώ, είσαι σε λάθος δρόμος, λάθος κατεύθυνση. Βρήκα άκρη. Τρέχα σου λέω. Από δω είναι θαμμένος ο Δημητράκης”.

Μα δεν τον άκουσα Χρύσω. Δεν τον άκουσα. Μου ‘χε έρθει η γιαγιά πάλι στον ύπνο:

«Τον βρήκατε» μου φώναζε “τον βρήκατε... Φέρτον μου!! Φέρτον μου!!”

Είχα σηκωθεί τρελός εκείνο το πρωί. Τα βήματά μου λες και είχαν πάρει φωτιά από μόνα τους. Αυτά με οδηγούσαν Χρύσω, δεν οδηγούσα τίποτα εγώ. Τίποτα σου λέω. Χωρίς να ξέρω καθόλου την περιοχή, ψηλά χαμένος πάνω σε ένα βουνό, περπατώντας στην ουσία στα τυφλά, κατόρθωσα και βρήκα το μονοπάτι που μόνο του με πήγε στον βράχο. Βρήκα τον βράχο ρε Χρύσω. Τον είδα από μακριά. Μου κόπηκαν τα γόνατα. Στο λέω και μου κόβονται και τώρα. Σε βρήκα θειε Δημητράκη σκέφτηκα. Πλησίασα τρέχοντας στον βράχο που στέκονταν ολόρθος και τεράστιος μέσα σε ένα πολύ μικρό ξέφωτο, ανάμεσα σε ένα σωρό από έλατα. Πάνω είχε αχνά σκαλισμένη μια μικρή επιγραφή “εδώ βρίσκεται θαμμένος ο Δημήτριος Λέκκας από τις Λίμνες, ετών 17». Είχε αρχίσει να χαράζει για τα καλά. Και παρόλο που ήταν και καλοκαίρι έκανε μια διαολεμένη ψύχρα άλλο πράγμα. Κοιτώντας το βράχο κατάλαβα πως δεν θα μπορούσα με τίποτα να τον κουνήσω. Ούτε καν μαζί με τον Τάσση. Μιλάμε για ένα τεράστιο πράγμα. Θα χρειάζονταν τουλάχιστον δέκα άντρες, πράγμα που σημαίνει πως θα έπρεπε να ξαναπάμε στο χωριό και να φέρουμε βοήθεια. Απογοητευμένος για αυτήν την καθυστέρηση που δεν είχα υπολογίσει κάθισα χάμω στον βράχο και ετοιμάστηκα να πάρω τηλέφωνο τον Τάσση. Και τότε ήταν Χρύσω που τον άκουσα. Άκουσα τον Δημητράκη. Ένα μικρό ανεπαίσθητο ανθρώπινο σφύριγμα που έβγαινε δίπλα από τον βράχο. Γύρισα ξαφνιασμένος το κεφάλι. Κανένας... Ξανά το σφύριγμα, απαλό μα καθαρά επίμονο. Ξαναγυρίζω αριστερά δεξιά το κεφάλι, πάλι τίποτα. Και το σφύριγμα όλο και δυνάμωνε. Πετάχτηκα πάνω. Με χτύπησε κεραυνός σου λέω. Τα κατάλαβα όλα εκείνη τη στιγμή. Σαν τρελός ρίχτηκα και έσκαβα λίγο πιο δίπλα από τον βράχο. Όχι ο Δημητράκης δεν ήταν κάτω από τον βράχο όπως πιστεύαμε. Ήταν πιο δίπλα από τον βράχο και ο βράχος ήταν το σημάδι. Έσκαβα έσκαβα έσκαβα, φρενίτιδα με είχε πιάσει. Ούτε να πάρω τηλέφωνο τον Τάσση δεν σκέφτηκα. Μόνο το σφύριγμα άκουγα. Χρύσω τέτοιο πράγμα δεν είχα ζήσει πάλι και ούτε θα ξαναζήσω. Έσκαβα και με είχαν πάρει τα κλάματα. Βρήκα πρώτα το πόδι. Αυτό πετάχτηκε πρώτο. Λύθηκα εντελώς, δεν μπορούσα να σταματήσω να κλαίω. Λυγμοί. Δεν έβλεπα μπροστά μου από τη θολούρα. Να ο Δημητράκης ξεπρόβαλε ολόκληρος μπροστά μου, τα κόκκαλά του, όλα, οι κνήμες του, το οστό της λεκάνης, τα χέρια, το κρανίο, ζωσμένος με φυσεκλίκια σταυρωτά. Του είχαν περάσει γεμάτα φυσεκλίκια χιαστί πάνω από τα ματωμένα και λιωμένα πια ρούχα του...


(συνεχίζεται)


  • Λε μώη μάμα = άφησε την μωρή μάνα

ντιάλης = παλικάρι
γκρου = σήκω


** Οι Λίμνες είναι μεγάλο ορεινό αρβανιτοχώρι που βρίσκεται στο νομό Αργολίδος, πολύ κοντά στα σύνορα με το νομό Κορινθίας. Ανήκει στον δήμο Μυκηναίων καθώς και στον ευρύτερο αρχαιολογικό χώρο των Μυκηνών.


Ευχαριστώ πολύ τον Π. Λ. που μου διηγήθηκε αυτήν την ιστορία η οποία αφορά το θείο του. Έχω αλλάξει κάποιες λεπτομέρειες.

Προσωπικά εργαλεία
Χώροι ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
Πλοήγηση
Εργαλειοθήκη